Δευτέρα 20 Μαρτίου 2017

Σήμερα 20 Μαρτίου γιορτάζουν…

Άγιοι Αββάδες εν τη μονή του Αγίου Σάββα αναιρεθέντες, των λεγομένων Μαύρων. Η Μονή του Αγίου Σάββα βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Στα χρόνια του Ηρακλείου (620 – 641 μ.Χ.), επέδραμαν σ’ αυτή βάρβαροι Άραβες, διότι νόμιζαν ότι η Μονή είχε πολλούς θησαυρούς. Όμως, διαψεύσθηκαν. Οι μοναχοί (44 κατά την παράδοση) το μόνο πλούτο που είχαν, ήταν οι αρετές τους. Η συντήρηση τους ήταν λιτή και γινόταν με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Οι επιδρομείς, όταν διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν λάφυρα στο μοναστήρι, εκνευρίστηκαν πολύ κατά των μοναχών. Και αφού τους συγκέντρωσαν, τους είπαν να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό. Επειδή, όμως, κανένας δεν δέχθηκε να αρνηθεί την πίστη του, αποφάσισαν να τους σκοτώσουν. Έτσι, άλλους αποκεφάλισαν, άλλους έσχισαν στη μέση, άλλους έκοψαν σε πολλά κομμάτια και άλλους κάρφωσαν με τα ξίφη τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο, οι Άγιοι αυτοί πατέρες, που μέχρι τέλους κράτησαν σταθερή την πίστη τους, πήραν το δρόμο για την αιωνιότητα, κοντά στο Χριστό. Την φρικτή εκείνη σφαγή περιέγραψαν, ο Όσιος Στέφανος ο Σαββαΐτης (τιμάται 13 Ιουλίου), ο ανεψιός του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και ο Όσιος Αντίοχος ο Πάνδεκτος (τιμάται 24 Δεκεμβρίου). Μεταξύ των αγίων Αββάδων αναφέρεται και ο Όσιος Θεόκτιστος. Η μνήμη των οσιομαρτύρων αυτών επαναλαμβάνεται και την 16η Μαΐου
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τοῦ Σωτῆρος ἁγιόλεκτοι ἄρνες, ἐξωρμημένοι ἐκ χωρῶν διαφόρων, τῇ Ποίμνῃ συνεδράμετε Σάββα τοῦ σοφοῦ· ὅθεν θανατούμενοι, ἀπηνείᾳ βαρβάρων, χαίροντες ἀνήλθετε, πρὸς οὐράνιον μάνδραν, καθάπερ Ὅσιοι καί Ἀθληταί, ἐκδυσωποῦντες, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Άγιος Μύρων ο Νεομάρτυρας από το Ηράκλειο Κρήτης. 
Ο Άγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν από το Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης, το σημερινό Ηράκλειο, και γεννήθηκε από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δημήτριος και ήταν δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος. Ο Άγιος ήταν σεμνός και σώφρων, και αγαπούσε υπερβολικά την παρθενία και την άσκηση. Εργαζόμενος ως ράπτης στο Ηράκλειο συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι τον φθονούσαν, ότι δήθεν αποπλάνησε μια Τουρκοπούλα. Στο δικαστήριο ο Άγιος απέρριψε απολογούμενος την συκοφαντία, αλλά ετέθη σε αυτόν το δίλημμα του εξισλαμισμού ή του θανάτου. Ο Μάρτυρας Μύρων αποκρίθηκε με παρρησία ότι δεν αρνείται την πίστη του, αλλά είναι έτοιμος να υποστεί κάθε βασανιστήριο για την αγάπη του Χριστού, καθώς γεννήθηκε Χριστιανός και Χριστιανός θέλει να πεθάνει. Για τον λόγο αυτό τον χτύπησαν ανηλεώς και τον έριξαν στην φυλακή. Όταν τον έβγαλαν από αυτήν, τον οδήγησαν και πάλι ενώπιον του κριτού, όπου ο Άγιος επαναλάμβανε συνεχώς ότι ήθελε να πεθάνει ως Χριστιανός. Έτσι καταδικάσθηκε στον δι’ αγχόνης θάνατο. Λίγο πριν από το μαρτύριο ο Μάρτυρας Μύρων ζήτησε την άδεια από τους δήμιους και πλησίασε τον πατέρα του. Έπεσε στα πόδια του και του φίλησε το χέρι. Αφού έλαβε την ευχή του προσήλθε προ των δημίων και μετά από λίγο δέχθηκε το στέφανο του μαρτυρίου. Ήταν το έτος 1793 μ.Χ.
Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής επίσκοπος Απολλωνιάδος. Ο αθλητής αυτός της χριστιανικής πίστης, έζησε στα χρόνια των εικονομάχων. Η ευσέβεια και οι υπόλοιπες αρετές του, τον έφεραν στον επισκοπικό θρόνο της Απολλωνιάδος, πόλης της Βιθυνίας, που υπαγόταν στη Μητρόπολη Νικομήδειας. Ακριβής γνώστης των Αγίων Γραφών, διδάσκαλος και κήρυκας εύγλωττος και πρακτικότατος, διακρινόταν και για την άκρα αφιλοκέρδεια και τα φιλάνθρωπο έργα του. Η θύελλα των εικονομάχων, ζήτησε να τον παρασύρει στο κίνημα της κατά των αγίων εικόνων. Για την άρνηση του καταδιώχθηκε, εξορίστηκε και υποβλήθηκε σε πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες. Ασθένησε όμως βαρεία και παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό, αφού αξιώθηκε να πάρει το τίμιο στεφάνι του ομολογητή και της παντοτινής μνήμης από μέρους της αγίας μας Εκκλησίας.
Αγίες Αλεξανδρία, Κλαυδία, Ευφρασία, Ματρώνα, Ιουλιανή, Ευφημία και Θεοδώρα που μαρτύρησαν στην Αμινσό. Οι Αγίες Αλεξανδρία, Κλαυδία, Ευφρασία, Ματρώνα, Ιουλιανή, Ευφημία και Θεοδώρα (ή Θεοδοσία) άθλησαν κατά τους χρόνους του ασεβούς αυτοκράτορα Μαξιμιανού (286 – 305 μ.Χ.) στην Αμισό (ή Αμινσός ή Αμσός ή Εμήδ) του Πόντου, όταν ξεσηκώθηκε μεγάλος διωγμός κατά των ανθρώπων που ομολόγησαν τον Χριστό. Οι Αγίες συνελήφθησαν από τον άρχοντα της Αμινσού, που ήταν ειδωλολάτρης και όταν στάθηκαν ενώπιόν του, ομολόγησαν ότι είναι Χριστιανές και τον έλεγξαν με παρρησία, αφού τον αποκάλεσαν σκληρό και άδικο και εχθρό της αλήθειας. Ο άρχοντας εξοργίσθηκε και έδωσε εντολή και τις τοποθέτησαν σε δημόσιο μέρος για θέαμα, όπου άρχισαν να τις χτυπούν με ραβδιά. Στην συνέχεια έκοψαν τους μαστούς αυτών με ξίφη και, αφού τις κρέμασαν, τις έγδαραν τόσο πολύ, ώστε φάνηκαν τα έντερά τους. Τέλος, τις έριξαν σε μεγάλο καμίνι φωτιάς και, ενώ έψαλλαν και προσεύχονταν στον Θεό, παρέδωσαν τις ψυχές τους. Το μαρτύριό τους έγινε μεταξύ των ετών 303 – 305 μ.Χ.
Άγιος Ροδιανός
Άγιος Ακύλας ο Έπαρχος
Άγιος Λολλίων
Ο Άγιος Λολλίων (ή Δολλίων) μαρτύρησε αφού τον χτύπησαν με γροθιές μέχρι θανάτου. Δεν αποκλείεται να είναι ο ίδιος Άγιος μ’ αυτόν της 15ης Ιουλίου, που αναφέρεται ως Λολλιανός.
Άγιος Εμμανουήλ. 
Ο Άγιος Μάρτυς Εμμανουήλ μαρτύρησε διά ξίφους. Ίσως είναι ο ίδιος Άγιος με αυτόν της 26ης Μαρτίου (έχουν ίδιο δίστιχο), που φέρεται ως Μανουήλ. Από ορισμένα Αγιολόγια, περιττώς επαναλαμβάνεται η μνήμη του και την 27η Μαρτίου.
Όσιος Cuthbert. 
Ο Όσιος Cuthbert (Κουθβέρτος) γεννήθηκε στο Λάντερντεϊλ το έτος 634 μ.Χ. και σε μικρή ηλικία έμεινε ορφανός. Μια βραδιά του 651 μ.Χ., καθώς βρισκόταν στους λόφους κοντά στη μονή Λίντισφεϊρν, είδε ένα όραμα. Είδε την ψυχή ενός ανθρώπου να ανεβαίνει στον ουρανό μέσα σε υπερκόσμιο φως. Μετά από λίγες ημέρες πληροφορήθηκε για την κοίμηση του Αγίου Αϊδανού (βλέπε 31 Αυγούστου), κτήτορα της μονής και κατάλαβε ποιον αφορούσε το όραμα που είδε. Ο δεκαεπτάχρονος Κουθβέρτος μετά από αυτό αποφάσισε να γίνει μοναχός. Γι’ αυτό κατέφυγε στη μονή Μέλροουζ και έκανε υπακοή στον Άγιο Eata (Ιάτα) (τιμάται 26 Οκτωβρίου). Από πολύ νωρίς διαφάνηκε η ιεραποστολική διάθεση του νέου μοναχού, που τον ωθούσε σε διάφορες ιεραποστολικές εξορμήσεις, είτε μόνο του είτε ως συνοδό του Γέροντά του. Έδειξε μάλιστα ενδιαφέρον για τις πιο απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες περιοχές. Το έτος 661 μ.Χ. ο βασιλέας Άλκριφθ προσκάλεσε τον Άγιο Eata (Ιάτα), για να ιδρύσει μια μονη. Ο Άγιος όντως πήγε και ίδρυσε μονή στο Ράιπον, συνοδευόμενος από κάποιους υποτακτικούς του, μεταξύ των οποίων και ο Άγιος Κουθβέρτος. Καθώς όμως η Εκκλησία της Βρετανίας συγκλονιζόταν από την διαμάχη για τον εορτασμό του Πάσχα, οι Άγιοι Ιάτα και Κουθβέρτος επέστρεψαν στη μονή της μετάνοιάς τους, στο Μέλροουζ, όπου ο Όσιος Κουθβέρτος έγινε ηγούμενος. Μετά την Σύνοδο του Γουίντμπι και την επικράτηση της Ρωμαϊκής παραδόσεως, ο Άγιος Κολμάνος της Λίντισφεϊρν (τιμάται 8 Αυγούστου), σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την περιφρόνηση της Κελτικής παραδόσεως σχετικά με τον εορτασμό του Πάσχα, παραιτείται από την Επισκοπική του έδρα και αποσύρεται στην Ιρλανδία. Συνέπεια αυτής της εξελίξεως ήταν να γίνει Επίσκοπος Λίντισφεϊρν ο Άγιος Ιάτα, ενώ ηγούμενος της μονής της Λίντισφεϊρν ο Όσιος Κουθβέρτος. Η ηγουμενία του διήρκησε δώδεκα χρόνια. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Τα πνεύματα ήταν οξυμένα. Ο νέος ηγούμενος έπρεπε να συμφιλιώσει τις δύο αντιτιθέμενες παρατάξεις μέσα στο μοναστήρι και να συνεχίσει τη ιεραποστολική του δράση. Ο παροιμιώδης πραότητά του, η υπομονή και η διάκρισή του κατόρθωσαν να διασφαλίσουν την ενότητα της μονής. Αυτή την τόσο δύσκολη περίοδο, ο Όσιος που ήταν εραστής της ησυχίας και της προσευχής, αναζητούσε καταφύγιο σε μια βραχονησίδα κοντά στο μοναστήρι. Μέχρι σήμερα σώζονται σε αυτό το νησάκι τα ίχνη του κελιού του, στην θέση του οποίου βρίσκεται ένας ξύλινος σταυρός. Καθώς τα χρόνια περνούσαν, ο Όσιος λαχταρούσε όλο και περισσότερο την αγαπημένη του ησυχία. Αυτή η δίψα τον έκανε να αποσυρθεί βαθύτερα στη νησιωτική έρημο των νησιών Φέιρν. Διάλεξε το νησί Ίννερ Φέιρν, επτά μίλια νοτιότερα της Λίντισφεϊρν. Εκεί παλαιότερα περνούσε ησυχαστικά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο Άγιος Αϊδανός. Στην έρημο της εσώτερης Φέιρν, ο Όσιος είχε μοναδική συντροφιά τα θαλασσοπούλια και κυρίως μία ράτσα αγριόπαπιας που ζει εκεί, την οποία ο Όσιος με ιδιαίτερη στοργή φρόντιζε. Γι’ αυτό άλλωστε θεωρείται και ο πρώτος που καθιέρωσε στην Βρετανία κανόνες οικολογικής ευαισθησίας. Το σεβάσμιο παρουσιαστικό του, τα άφθονα δάκρυά του κατά την προσευχή, η αυστηρή του νηστεία, που θύμιζε τους Αββάδες της Αιγυπτιακής Θηβαΐδος, το προφητικό του χάρισμα, έκαναν το απόμακρο ερημικό νησί, τόπο ευλογίας για τους πιστούς, που προσέτρεχαν στον Όσιο για να διδαχθούν η να θεραπευθούν σωματικά και ψυχικά. Όσο αυτός κρυβόταν στην έρημο, αποφεύγοντας αξιώματα και διακρίσεις, τόσο ο λαός λαχταρούσε να τον συναντήσει και να βρεθεί κοντά του. Το έτος 684 μ.Χ., στην Σύνοδο του Τάιφορντ, εκλέγεται Επίσκοπος του Έξαμ. Στον τόπο που ασκήτευε εμφανίσθηκε ξαφνικά μια ομάδα από Επισκόπους, κληρικούς και λαϊκούς. Επικεφαλής της ήταν ο βασιλέας Ίγκφριντ. Του ανακοίνωσαν το θέλημα του Θεού και την απόφαση της Συνόδου. Ο ερημίτης της Φέιρν αρνήθηκε να αποχωριστεί την ησυχία της ερήμου του. Ο βασιλέας και η συνοδεία του τον πίεσαν. Μέσα του πάλευαν η ησυχία και η υπακοή. Νίκησε η δεύτερη. Έτσι, την Κυριακή του Πάσχα του έτους 685 μ.Χ., χειροτονήθηκε Επίσκοπος από τον Άγιο Θεόδωρο, Αρχιεπίσκοπο Καντουαρίας τον εκ Ταρσού (τιμάται 19 Σεπτεμβρίου). Μετά από λίγο μετατίθεται στην επισκοπή της Λίντισφρεϊν, ενώ ο Άγιος Ιάτα αναλαμβάνει την δική του. Ο Όσιος Κουθβέρτος έζησε ως Επίσκοπος δύο χρόνια. Κατά την αρχιερατεία του στήριξε, παρηγόρησε, δίδαξε, προφήτευσε και θαυματούργησε. Ταξίδεψε στα πιο απόμακρα σημεία της επαρχίας του, για να στηρίξει το ποίμνιό του που το θέριζε η επιδημία της πανούκλας. Ποτέ όμως δεν ξέχασε την αγαπημένη του έρημο. Δύο μήνες πριν την κοίμησή του προείδε τον θάνατό του και επέστρεψε στην υδάτινη έρημό του. Φεύγοντας από την Λίντισφρεϊν για το ερημικό του νησί, ένας μοναχός τον ρώτησε πότε θα επιστρέψει και ο Όσιος προφητικά του απάντησε: «Όταν θα ξαναφέρετε το σώμα μου εδώ». Ο Άγιος Βεδέας (τιμάται 27 Μαΐου) διασώζει τα τελευταία του λόγια: «Να έχετε μεταξύ σας ειρήνη και θείο έλεος». Ο Όσιος Κουθβέρτος κοιμήθηκε με ειρήνη, το έτος 687 μ.Χ., σε ηλικία πενήντα τριών ετών. Το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στο μοναστήρι του Λίντισφρεϊν και ενταφιάσθηκε στο ιερό του ναού του Αγίου Πέτρου. Μετά από ένδεκα χρόνια το ιερό λείψανό του βρέθηκε άφθορο. Μετά την επιδρομή των Βίκινγκς, το έτος 875 μ.Χ., οι μοναχοί της Λίντισφρεϊν, παίρνοντας τα ιερά λείψανα των Αγίων Αϊδανού και Οσβάλδου (τιμάται 9 Αυγούστου) και το άφθαρτο σκήνωμα του Αγίου Κουθβέρτου, κατέληξαν στο Ντάραμ, όπου τα τοποθέτησαν στον ανεγερθέντα καθεδρικό ναό.
File name :DSCN1893.JPG
File size :636.0KB(651218Bytes)
Shoot date :2001/12/14 22:49:26
Picture size :2048 x 1536
Resolution :72 x 72 dpi
Number of bits :8bit/channel
Protection attribute :Off
Hide Attribute :Off
Camera ID :N/A
Model name :E995
Quality mode :NORMAL
Metering mode :Multi-pattern
Exposure mode :Programmed auto
Flash :Yes
Focal length :15.3 mm
Shutter speed :1/60.3second
Aperture :F3.4
Exposure compensation :0 EV
Fixed white balance :Auto
Lens :Built-in
Flash sync mode :Front curtain
Exposure difference :N/A
Flexible program :N/A
Sensitivity :Auto
Sharpening :Auto
Curve mode :N/A
Color mode :COLOR
Tone compensation :AUTO
Latitude(GPS) :N/A
Longitude(GPS) :N/A
Altitude(GPS) :N/A
Άγιος Ευφρόσυνος ο Ιερομάρτυρας εκ Ρωσίας. Ο Ιερομάρτυρας Ευφρόσυνος (Σινοζέρσκιυ), κατά κόσμο Εφραίμ, γεννήθηκε σε ένα χωριό της Καρελίας, κοντά στην λίμνη Λάντοζσκοε, κατά το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνα μ.Χ. Αρχικά μόνασε στη μονή του Βάλαμο της Φιλανδίας, έπειτα στην περιοχή Ντολόκ της επαρχίας Νόβγκοροντ της Ρωσίας και στην συνέχεια κοντά στην λίμνη Σινίτσε. Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος στη μονή Ουσπένσκι της πόλεως Τιχβίν και το έτος 1600 μ.Χ. άρχισε την ερημική ζωή στους άγριους βάλτους της λίμνης Σινίτσε. Ο Όσιος έσκαψε ένα σπήλαιο, τοποθέτησε ένα Σταυρό και έζησε εκεί δύο χρόνια. Τρεφόταν μόνο με άγρια χόρτα. Όταν οι χωρικοί αντιλήφθηκαν την παρουσία του, άρχισαν να τον επισκέπτονται και να τον συμβουλεύονται για πνευματικά θέματα.
Το έτος 1612 μ.Χ. τα Πολωνικά στρατεύματα λεηλατούσαν την Ρωσία. Πολύς κόσμος βρήκε καταφύγιο στη μονή του Οσίου, ο οποίος προέβλεψε την επίθεση των Πολωνών στη μονή του και προέτρεψε τους ανθρώπους να φύγουν. Και όταν τον ρώτησαν: «Εσύ, γιατί δεν φεύγεις;» ο Γέροντας απάντησε: «Εγώ ήλθα εδώ να πεθάνω για τον Χριστό». Αυτοί που άκουσαν την συμβουλή του Οσίου σώθηκαν. Όσοι παρέμειναν βρήκαν τρομερό θάνατο.
Κοντά στον Όσιο Ευφρόσυνο ζούσε και ο μοναχός Ιωνάς. Τρομαγμένος από την προφητεία του Οσίου θέλησε και αυτός να φύγει. Όμως ο Όσιος τον σταμάτησε λέγοντας: «Αδελφέ Ιωνά, όταν θα αρχίσει η μάχη, πρέπει να δείξουμε την ανδρεία μας. Εμείς δώσαμε υπόσχεση να ζήσουμε και να πεθάνουμε ως ερημίτες. Οφείλουμε να κρατήσουμε την υπόσχεση την οποία δώσαμε στον Θεό. Μόνο ο θάνατος φέρνει ηρεμία. Άλλη περίπτωση οι λαϊκοί. Αυτοί δεν δεσμεύτηκαν με μοναχικές υποσχέσεις και πρέπει να προστατεύσουν τον εαυτό τους για την οικογένεια και τα παιδιά τους».
Μετά από αυτό ο Όσιος φόρεσε το μοναχικό σχήμα και όλη τη νύχτα προσευχόταν. Την επόμενη ημέρα, 20 Μαρτίου, οι Πολωνοί επιτέθηκαν κατά της μονής. Ο Όσιος φορώντας το μοναχικό σχήμα βγήκε έξω και στάθηκε δίπλα στον Σταυρό, που είχε τοποθετήσει όταν πρωτοπήγε στην περιοχή αυτή. Οι εχθροί ζήτησαν από τον Όσιο την περιουσία της μονής. «Όλη η περιουσία της μονής και η δική μου, επίσης, βρίσκεται στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου», είπε ο Άγιος, εννοώντας την αγάπη του προς τον Θεό, την οποία δεν μπορεί κανένας να αφαιρέσει από την καρδιά του πιστού. Οι κατακτητές δεν κατάλαβαν τα λόγια του και ένας από αυτούς τον χτύπησε με το ξίφος στον λαιμό. Ο Όσιος έπεσε νεκρός. Όταν οι Πολωνοί, οργισμένοι από το ότι δεν βρήκαν τίποτε, γύρισαν, ο δήμιος του Οσίου, σαν να μην ήταν αρκετό το πρώτο θανατηφόρο χτύπημα, άνοιξε την τίμια κεφαλή του Οσίου με τσεκούρι.
Στη μονή βρισκόταν, επίσης και ένας χωρικός που ονομαζόταν Ιωάννης Σουμά. Όταν οι εχθροί εισέβαλαν στη μονή, αυτός βρισκόταν στο κελί του Οσίου. Παρ’ όλα τα βαριά τραύματα έμεινε ζωντανός και διηγήθηκε αργότερα στον υιό του αυτά που συνέβησαν.
Ο Όσιος Ευφρόσυνος ενταφιάσθηκε με τιμή και ευλάβεια στις 28 Μαρτίου και στον τόπο του ενταφιασμού του, μετά από τριάντα τέσσερα χρόνια, κτίσθηκε ναός προς τιμή της Αγίας Τριάδος. Με την ευλογία του Μητροπολίτη Νόβγκοροντ Μακαρίου, στις 25 Μαρτίου του έτους 1655 μ.Χ., τα ιερά λείψανα του Οσίου Ευφροσύνου μετεκομίσθησαν κάτω από το κωδωνοστάσιο του ναού.
Άγιος Σεϊμβλάς. 
Η μνήμη του αναφέρεται επιγραμματικά στο «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον» έκδοση «Αποστολικής Διακονίας» 1959 μ.Χ., χωρίς άλλες πληροφορίες. Πουθενά άλλου δεν αναφέρεται η μνήμη του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου