Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Σήμερα 6 Απριλίου γιορτάζουν…

  • Άγιοι Γεώργιος, Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος και Μιχαήλ από τη Σαμοθράκη. 
Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Μανουήλ, Θεόδωρος, Γεώργιος και ο νεότερος Γεώργιος κατάγονταν από την Σαμοθράκη, ο δε Μιχαήλ από την Κύπρο. Κατά την επανάσταση του 1821 μ.Χ. η νήσος Σαμοθράκη κατελήφθη από Αγαρηνούς, που ήλθαν από την Άβυδο και την Τένεδο και εφόνευσαν τους Χριστιανούς κατοίκους, τις δε γυναίκες και τα παιδιά διεμοίρασαν στην Ανατολή και στην Αίγυπτο. Τότε συνέλαβαν και τους τέσσερις μάρτυρες μαζί με τον Μιχαήλ, ο οποίος όμως φοβήθηκε και αλλαξοπίστησε, και τους επούλησαν σε Τούρκους σε διάφορα μέρη. Απ’ αυτούς ο Μανουήλ, πουλήθηκε στην Αίγυπτο, έμαθε την αραβική γλώσσα και επιδόθηκε στη μελέτη του Κορανίου.
Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε, οι πέντε Νεομάρτυρες επέστρεψαν στη Σαμοθράκη και ακολούθησαν το χριστιανικό βίο. Εκείνη την περίοδο διορίσθηκε στο υπούργημα του Καδή της Μάκρης κάποιος σκληρός Απτουρραχμάν αφέντης λεγόμενος, απάνθρωπος και ζηλωτής της θρησκείας του Μωάμεθ. Αυτός, συνέλαβε τους Μάρτυρες, τους οποίους εφυλάκισε και βασάνισε. Παρά τις κολακείες και τα φρικώδη βασανιστήρια οι Μάρτυρες ομολογούσαν την πίστη τους στον Χριστό. Τότε ο καδής έγραψε στην Κωνσταντινούπολη προς τον αφέντη της Βασάφ, ο οποίος ήταν μυστικός γραμματεύς του σουλτάνου Μαχμούτ, τα σχετικά με τους Μάρτυρες και ότι αρνήθηκαν τη θρησκεία του Μωάμεθ. Η απόφαση που ήλθε ήταν καταδικαστική. Πρώτος εμαρτύρησε ο γέροντας Μιχαήλ που τον κατέκοψαν σε κομμάτια με τα ξίφη τους. Οι Άγιοι Θεόδωρος και Γεώργιος εκρεμάσθησαν και έτσι έλαβαν τον στέφανο της αθλήσεως.
Τον δε πολυπαθή Μανουήλ τον έριξαν επάνω σε σιδερένια τσιγκέλια και εκαρφώθηκε σταυροειδώς. Έτσι έριξαν και τον μακάριο μικρό Γεώργιο, αλλά, ω του θαύματος! Τα καρφιά ελύγισαν και δεν καρφώθηκε κανένα στο σώμα του Αγίου. Μετά από αυτό τον έριξαν πάνω σε σιδερένια σουβλιά και τον επατούσαν για να καρφωθεί το σώμα του. Με αυτόν τον τρόπο ο Μάρτυς Μανουήλ σύντομα παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Θεού, ο δε Μάρτυς Γεώργιος έμεινε καρφωμένος είκοσι τέσσερις ώρες με οδύνη αφόρητη. Οι Αγαρηνοί, όταν είδαν ότι ακόμη μετά από τόσο διάστημα ζει, τον επυροβόλησαν στην κεφαλή κι έτσι ετελείωσε το βίο του κι αυτός ο αοίδιμος. Οι Χριστιανοί, αφού έλαβαν την άδεια, ενταφίασαν τα λείψανα των Μαρτύρων στο τόπο του μαρτυρίου αυτών. Όλων τα μαρτύρια έγιναν στη Μάκρη της Αλεξανδρούπολης στις 6 Απριλίου 1835 μ.Χ. 
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σαμοθράκης λαμπτῆρες καὶ τῆς Μάκρης ἀγλάισμα, Νεομάρτυρες θεῖοι ἀληθῶς ἀνεδείχθητε, ἀθλήσαντες στερρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, καὶ λύσαντες τὴν πλάνην τοῦ ἐχθροῦ, Μανουὴλ σὺν Θεοδώρω καὶ Μιχαήλ, καὶ οἱ διττοὶ Γεώργιοι, δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι δι’ ὑμῶν, ἠμὶν χάριν καὶ ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθείς.
Τοὺς Ἀθλοφόρους τοῦ Χριστοῦ χαρμοσύνως, ἀνευφημήσωμεν πιστῶν αἱ χορεῖαι, ὅτι αὐτοὶ ἐκήρυξαν λαμπρᾷ τῇ φωνῇ, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, ὠμοτάτοις βαρβάροις, Μανουὴλ Θεόδωρος, Μιχαῆλος σὺν δύο, τοῖς Γεωργίοις οὓς χρεωστικῶς, ἀνευφημοῦντες τιμῶμεν ἐν ᾄσμασιν.
Μεγαλυνάριον
Σαμοθράκης νήσου γόνους λαμπρούς, καὶ τῆς χώρας Μάκρης, μέγα κλέος τε καὶ φρουρούς, καὶ τῶν ἀσθενούντων, ἰατρούς τε καὶ σώστας, τοὺς πέντε μεγάθλους ἀνευφημήσωμεν.
  • Άγιος Ευτύχιος πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. 
Ο Άγιος Ευτύχιος γεννήθηκε το έτος 512 μ.Χ. και έζησε κατά την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ του Μεγάλου. Καταγόταν από την πόλη Θεία Κώμη της Φρυγίας και ήταν υιός του Αλεξάνδρου, σχολαρίου υπό τον στρατηγό Βελισσάριο και της Συνεσίας. Διδάχθηκε το ιερό Ευαγγέλιο και βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον ιερέα Ησύχιο, ο οποίος ήταν παππούς του και λειτουργούσε στην Εκκλησία της Αυγουστοπόλεως. Σύμφωνα με το Συναξάρι ο Ησύχιος είχε το οφφίκιο του σκευοφύλακος και λόγω της αγιότητας του βίου του είχε λάβει από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας.
Ο Άγιος χειροτονήθηκε αναγνώστης από τον τότε Επίσκοπο Αμασείας στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ουρβικίου. Στην συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και εισήλθε σε μονή της Αμασείας, που είχε ιδρυθεί από τους Αρχιερείς Μελέτιο και Σέλευκο, της οποία αργότερα ανεδείχθη και ηγούμενος.
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν ειρηνικά για την Εκκλησία, λόγω των αιρετικών δοξασιών που δίδασκαν νέοι Ωριγενιστές και κρυπτομονοφυσίτες. Οι έριδες των μοναχών της Παλαιστίνης περί του Ωριγένους αποτελούν την Τρίτη και τελευταία φάση των ωριγενιστικών ερίδων. Προοίμιο αυτών υπήρξε η κατά το έτος 507 μ.Χ. διάσταση λογίων μοναχών της Μεγάλης Λαύρας προς τον ηγούμενο αυτής, τον Όσιο Σάββα τον Ηγιασμένο, που έφυγαν από την Λαύρα και ίδρυσαν περί το 514 μ.Χ. τη Νέα Λαύρα, η οποία κατέστη κέντρο του ωριγενισμού. Οι αντιωριγενιστές μοναχοί έκαναν έκκληση προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό να καταδικάσει τον Ωριγένη. Την αίτηση αυτή υποστήριξε ο Πατριάρχης Μηνάς.
Έτσι, το έτος 543 μ.Χ., συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Ενδημούσα Σύνοδος, ύστερα από πρόσκληση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, με σκοπό την ειρήνευση της Εκκλησίας και την καταδίκη των αιρετικών. Διά διατάγματος που εκδόθηκε το έτος 543 μ.Χ. ο Ιουστινιανός εστράφη κατά των αιρετικών. Καταδίκασε τις κακοδοξίες του Ωριγένους, θεώρησε τα συγγράμματα αυτού κακόδοξα και καταδίκασε αυτό το πρόσωπο του Ωριγένους. Διά τρίτου διατάγματος ο Ιουστινιανός, το έτος 544 μ.Χ., καταδίκασε τα «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή α) τον Θεόδωρο Μοψουεστίας και τα αιρετικά του συγγράμματα, β) τα κατά του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου και υπέρ του Νεστορίου συγγράμματα του Θεοδωρήτου Κύρου και γ) την επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς τον Πέρση Μάρη.
Όταν το έτος 552 μ.Χ. κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Μηνάς, ο Άγιος Ευτύχιος ήλθε από την Αμάσεια στη Βασιλεύουσα και εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Οι ταραχές όμως των αιρετικών συνεχίζονταν και ταλάνιζαν την Εκκλησία. Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 553 μ.Χ. υπό την προεδρία του Αγίου Ευτυχίου, επικύρωσε την απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου και προέβη στην καταδίκαση των «Τριών Κεφαλάιων». Ο σκοπός όμως της καταδίκης των «Τριών Κεφαλαίων» δεν επετεύχθη, διότι οι μονοφυσίτες ενέμεναν στην απόσχιση και στις αιρετικές δοξασίες τους. Ένεκα τούτου ο Ιουστινιανός το έτος 564 μ.Χ. εξέδωσε διάταγμα, διά του οποίου επέβαλε τον αφθαρτοδοκητισμό. Η διδασκαλία αυτή είχε διατυπωθεί από τον καταφυγόντα στην Αίγυπτο μονοφυσίτη Επίσκοπο Αλικαρνασσού Ιουλιανό. Συγκεκριμένα ο Ιουλιανός δίδασκε ότι το Σώμα του Χριστού, ήδη από της συλλήψεως και γεννήσεως Αυτού, απηλλάγη της φθοράς και επομένως των φυσικών αναγκών (πείνας, δίψας, καμάτου, ιδρώτος, δακρύων κ.τ.λ) – των λεγομένων «αδιαβλήτων παθών» – και μόνο «κατ’ οικονομίαν» και «κατά χάριν» φαινόταν υποκείμενο σε αυτά. Ο Άγιος Ευτύχιος και οι λοιποί Πατριάρχες της Ανατολής, προς τους οποίου απευθύνθηκε, δεν δέχθηκαν το δυσσεβές διάταγμα. Γι’ αυτό τον λόγο ο Άγιος, το έτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο υπό Συνόδου ερήμην, αφού αρνήθηκε να παρουσιασθεί και εξορίσθηκε αρχικά στην Πρίγκηπο. Στο Συναξάρι του αναφέρεται ότι μετά κατέφυγε σε μοναστήρι της Αμασείας στο οποίο ζούσε ασκητικά και αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα.
Μετά από δώδεκα χρόνια εξορίας, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Β’, το έτος 577 μ.Χ., αποθανόντος του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου του Γ’, επανέφερε με τιμή και δόξα τον Άγιο στον πατριαρχικό θρόνο. Κατά την δεύτερη πατριαρχία του ο Άγιος με την προσευχή του έσωσε τον λαό που μαστιζόταν από θανατηφόρα επιδημία. Το ορθόδοξο φρόνημά του και ο αγώνας του για την ακεραιότητα της πίστεως τον οδήγησαν σε αντίθεση με τον αποκρισάριο της Ρώμης Γρηγόριο, τον μετέπειτα Πάπα, λόγω των δοξασιών του περί αναστάσεως σαρκός.
Ο Άγιος Ευτύχιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 582 μ.Χ. Το ιερό λείψανό του εναποτέθηκε στο θυσιαστήριο των Αγίων Αποστόλων, μετά την κρηπίδα της Αγίας Τραπέζης, όπου κατέκειντο και τα ιερά λείψανα Ανδρέου, Τιμοθέου και Λουκά των Αποστόλων. Το 1246 μ.Χ. τα Λείψανα και η Κάρα του Αγίου μεταφέρθηκαν από τον Ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως στη Μονή Αγίου Γεωργίου του Μείζονος Βενετίας, επί Ηγουμένου Πέτρου Querini.
Σώζονται αποσπάσματα του έργου αυτού «Περὶ Εὐχαριστίας», «Ἐπιστολὴ πρὸς Πάπαν Βιγίλιον περὶ τῶν Τριῶν Κεφαλαίων» και «Συνοδικὴ Ἐπιστολή». Τρία άλλα έργα του χάθηκαν, ήτοι το «Περὶ ἀναστάσεως σαρκός», το «Κατὰ Ἀφθαρτοδοκητῶν» και το «Κατὰ τῆς μονοφυσιτικῆς διασκευῆς τοῦ Τρισαγίου». Τον Βίο του Αγίου συνέταξε ο μαθητής του Ευστράτιος. 
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Βίον οὐράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεῦος ἐπάξιον, ὤφθης τῆς χάριτος, λόγω καὶ πράξει βέβαιων, τὴν θείαν σοὶ χορηγίαν ὅθεν ἱεράτευσας, ἰσαγγέλως τῷ Κτίσαντι, ἔνδοξε Εὐτύχιε, Ἐκκλησίας ὡράισμα, ἣν φύλαττε ταὶς σαὶς προστασίαις, πάσης ἀνάγκης ἀνωτέραν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Εὐτύχιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐκληρίας χάριτας Θεοδωρήτου, ἱερέ Εὐτύχιε, ἀναβλυστά
  • Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. 
Ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης οφείλει την επωνυμία του στο όρος Σινά, όπου έλαβε το μοναχικό σχήμα. Γεννήθηκε το έτος 1255 μ.Χ. στο χωριό Κούκουλο, πλησίων των Κλαζομενών της Μικράς Ασίας (αρχαία πόλη που βρισκόταν 40 χιλιομ. ΝΔ της Σμύρνης), από ευλαβείς και πλούσιους γονείς, από τους οποίους, παράλληλα με τους ευσεβείς διδασκάλους του, έμαθε τα πρώτα ιερά γράμματα. Κατόπιν πήγε στην Κύπρο, όπου έζησε για μικρό χρονικό διάστημα κοντά σε κάποιον ενάρετο μοναχό και έγινε και ο ίδιος δόκιμος και στη συνέχεια μετάβη στο όρος Σινά. Εκεί έλαβε τη μοναχική κουρά και έζησε ασκώντας την υπακοή και την ταπεινοφροσύνη, με αυστηρή νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Από το Σινά αναχώρησε για τα Ιεροσόλυμα, ως επισκέπτης και προσκυνητής του Παναγίου Τάφου και των λοιπών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης και κατόπιν ήλθε στην Κρήτη, στους Καλούς Λιμένες, όπου διδάχθηκε τη νοερά προσευχή από τον ερημίτη Αρσένιο τον Αγιοφαραγγίτη.
Στην συνέχεια μετέβη με πλοίο στο Άγιον Όρος. Εκεί, αφού επισκέφθηκε όλες τις μονές, τις σκήτες και τα κελιά, καθώς και τους δύσβατους και ερημικούς τόπους του, κατοίκησε κατ’ αρχήν στη σκήτη του Μαγουλά, που βρισκόταν απέναντι από την ιερά μονή Φιλοθέου και μετά στις Καρυές και σε άλλα σημεία του Άθω.
Σε όλα αυτά τα μέρη, όπως επίσης και στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας, έχτιζε κελιά για όσους έρχονταν προς αυτόν. Αυτοί ήταν στο σύνολό τους επιφανείς άνδρες, οι οποίοι επιθυμούσαν να ακούσουν την ψυχωφελέστατη διδασκαλία του και να μονάσουν κοντά του. Αλλά, επειδή ακριβώς αγαπούσε την αναχώρηση και δεν ήθελε «οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀποχωρισθῆ ἀπὸ τὴν θεωρίαν», μετέβαινε σε δύσβατα και απόκρημνα μέρη, όπου ήταν δύσκολο να τον πλησιάσουν πολλοί άνθρωποι και να του εκφράσουν την ευλάβειά τους, διαταράζοντας έτσι την ησυχία που τόσο ποθούσε.
Ο Όσιος, λοιπόν, υπήρξε εξαιρετική φυσιογνωμία στην εποχή του και διακρίθηκε προπαντός ως ο πρώτος και μεγάλος συστηματικός δάσκαλος της νοεράς προσευχής: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μὲ τὸν ἁμαρτωλόν».
Φεύγοντας από το Άγιον Όρος, εξ αιτίας κυρίως των Καταλανών πειρατών που επανειλημμένως το λυμαίνονταν εκείνη την εποχή, μετέβη στην Σερβία και Βουλγαρία, στις πόλεις Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη και Αλεξανδρούπολη και στα νησιά Χίο και Μυτιλήνη, μεταφέροντας παντού το μήνυμα της αθωνικής μοναστικής πολιτείας. Στην Κωνσταντινούπολη από ταπεινοφροσύνη, ο Όσιος Γρηγόριος, δεν ικανοποίησε την επιθυμία του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β’ του Παλαιολόγου (1282 – 1328 μ.Χ.) να προσέλθει στα ανάκτορα.
Από την Κωνσταντινούπολη ήλθε στο Κατακεκρυωμένον όρος της Θράκης, στα σύνορα Βυζαντίου και Βουλγαρίας, αγωνιζόμενος τον ησυχαστικό αγώνα. Τελικά επανήλθε στο Άγιον Όρος, γενόμενος πανηγυρικά δεκτός από τους μοναχούς της Μεγίστης Λαύρας. Έπειτα μετέβη και πάλι στο όρος Κατακεκρυωμένον, ίδρυσε πολλά μοναστήρια και έγινε εισηγητής του ησυχασμού και στους Σλάβους και τους Βούλγαρους, όταν εγκαταστάθηκε στα Παρόρια το 1331 μ.Χ. και πάλι το 1335 μ.Χ.
Σκοπός της ζωής του Οσίου Γρηγορίου ήταν η συνειδητοποίηση της Χάριτος του Βαπτίσματος, που χορηγήθηκε στον άνθρωπο αλλά βρίσκεται κρυμμένη από την αμαρτία. «Οι περισσότεροι από εμάς πέφτουν στην αμαρτία από αμέλεια και αμαρτωλή συνήθεια στην αναισθησία και στην τύφλωση και δεν ξέρουμε πια ακόμη και αν υπάρχει Θεός, ποιοι είμαστε, τι μπορούμε να φθάσουμε, να γίνουμε παιδιά του Θεού, παιδιά φωτός, παιδιά και μέλη Χριστού. Είχαμε βαπτισθεί σε ώριμη ηλικία; Δεν διακρίναμε παρά το νερό και όχι το Πνεύμα. Κι αν ακόμη είμαστε αναγεννημένοι με το Άγιο Πνεύμα, πιστεύουμε με νεκρή και αδρανή πίστη…. Καταντήσαμε σάρκα και συμπεριφερόμαστε ακολουθώντας τη σάρκα…. Υπάρχουν δύο τρόποι να ανακαλύψουμε την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που δεχθήκαμε μυστηριακά με το Άγιο Βάπτισμα: α) Η δωρεά αυτή αποκαλύπτεται με τρόπο γενικό από την άσκηση των εντολών και με θυσία επίπονων προσπαθειών και β) Εκδηλώνεται στη ζωή υποταγής (στον πνευματικό πατέρα), με την μεθοδική και εξακολουθητική επίκληση του Κυρίου Ιησού, δηλαδή την μνήμη του Θεού. Η πρώτη οδός είναι η πιο μακρινή, ενώ η δεύτερη η πιο σύντομη, με τον όρο να έχεις μάθει να ανασκάπτεις τη γη θαρραλέα και επίμονα για να αποκαλύψεις το χρυσάφι».
Η κυριότερη απασχόληση του Οσίου ήταν να προφυλάξει τους μαθητές του από φανταστικές οπτασίες, που όχι μόνο προέρχονται από την ανθρώπινη φύση, αλλά ακόμη συχνότερα προκαλούνται από το δαίμονα. «Εραστή του Θεού, να είσαι πολύ προσεκτικός. Όταν, απασχολούμενος στην εργασία σου, βλέπεις ένα φως ή μία φλόγα, μέσα σου ή έξω από εσένα, την αυτολεγόμενη εικόνα του Χριστού, Αγγέλους ή Αγίους, μην την παραδεχθείς. Θα κινδυνεύσεις να την πάθεις. Μην επιτρέπεις, πολύ περισσότερο, στο πνεύμα σου να ενδυναμωθεί από αυτή. Όλοι οι εξωτερικοί αυτοί επίπλαστοι σχηματισμοί έχουν αποτέλεσμα να πλανήσουν την ψυχή. Η αληθινή αρχή της προσευχής είναι η έρμη της καρδιάς που κατακαίει τα πάθη, προκαλεί την ευφροσύνη και την χαρά στην ψυχή και συμμορφώνει την καρδιά σε μια βέβαιη αγάπη και ένα συναίσθημα αδιαφιλονίκητης πληρότητος».
Ο Όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης «επιμένει εδώ, πάνω σε ουσιώδες χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης μυστικής παράδοσης. Η φαντασία κάτω από όλες τις εκούσιες και ακούσιες μορφές είναι ο πιο επικίνδυνος εχθρός της ενώσεως με τον Θεό».
Από τους πολυπληθείς μαθητές και διαδόχους του Οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, που συγκεντρώθηκαν κοντά του πολύ νωρίς, ιδιαίτερα όταν βρισκόταν στην περιοχή του χειμάρρου Χρέντελι, μας είναι γνωστοί οι εξής: ο Όσιος Γεράσιμος ο εξ Ευβοίας, ο συμπολίτης του Ιωσήφ που αγωνίσθηκε κατά των Λατίνων, ο αββάς Νικόλαος εξ Αθηνών που αντιστάθηκε επίσης κατά των Λατίνων και μάλιστα κατά του λατινόφρονα αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ του Παλαιολόγου και υπέστη γι’ αυτό πολλά δεινά, ο Μάρκος από τις Κλαζομενές που υπήρξε θεωρητικός και ενάρετος ασκητής και μαρτυρείται ότι είδε την Παναγία να σκεπάζει το Άγιον Όρος δορυφορούμενη από Αρχαγγέλους και Αγγέλους, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κάλλιστος ο Α’, ο Ιάκωβος ο οποίος εξαιτίας της αρετής του έγινε Επίσκοπος, ο Ααρών και ο Κλήμης.
Όλοι αυτοί διέπρεψαν με τη στάση τους στην άσκηση της αρετής και της αγιότητας, γι’ αυτό και μερικοί έφθασαν μέχρι τα ανώτατα αξιώματα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Κάποιοι άλλοι μάλιστα αποτέλεσαν και τους πρώτους μοναχούς της μονής Γρηγορίου, καθώς κατέβηκαν από τη δύσβατη περιοχή όπου βρίσκονταν προς την παραλία, στη σημερινή θέση της, προβαίνοντας ταυτόχρονα στην ίδρυση και την τέλεια αποκατάστασή της σε κοινόβιο.
Μετά από μικρή ασθένεια ο Όσιος Γρηγόριος κοιμήθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1347 μ.Χ. Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του, επίσης, στις 11 Φεβρουαρίου και στις 27 Νοεμβρίου.
Τα Νηπτικά Έργα του Οσίου Γρηγορίου διασώζονται στην Πατρολογία και στη Φιλοκαλία. Μεταξύ των συγγραμμάτων του πρέπει να μνημονευθούν δύο δοκίμια, το «Περὶ ἡσυχίας καὶ περὶ τῶν δυὸ τρόπων τῆς προσευχῆς» και το «Περὶ τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι τὸν ἡσυχάζοντα εἰς τὴν εὐχήν».
  • Άγιοι Εκατόν είκοσι Μάρτυρες που μαρτύρησαν στην Περσία. 
Οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες μαρτύρησαν επί βασιλέως της Περσίας Σαβωρίου (325 – 379 μ.Χ.). Ο ασεβής βασιλέας των Περσών, αφού κυρίευσε την επικράτεια των Βυζαντινών και κατέστρεψε πολλά κάστρα και χώρες, συνέλαβε πολλούς αιχμαλώτους από τους Χριστιανούς. Από αυτούς άλλοι σφαγιάσθηκαν και άλλοι πέθαναν στον δρόμο από κακουχίες. Οι εκατόν είκοσι Μάρτυρες οδηγήθηκαν στην Περσία δεμένοι με αλυσίδες και κλείσθηκαν στη φυλακή. Επειδή οι Άγιοι ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και αρνούνταν να θυσιάσουν στα είδωλα, ο Σαβώριος τους έριξε μέσα σε φωτιά και έτσι τελειώθηκε ο βίος τους. Το μαρτύριο των Αγίων έγινε μεταξύ των ετών 344-347 μ.Χ.
  • Οσία Πλατωνίς. 
Η Οσία Πλατωνίς ασκήτεψε στην περιοχή της Νισίβεως και κοιμήθηκε με ειρήνη περί το έτος 300 μ.Χ.
  • Άγιοι Δύο μάρτυρες οι εν Ασκάλωνι. 
Οι Άγιοι αυτοί μάρτυρες, μαρτύρησαν αφού τους έχωσαν στη γη μέχρι τη μέση.
  • Όσιος Γρηγόριος ο εν Άθω. 
Ο όσιος Γρηγόριος, έζησε στίς αρχές του 14ου αιώνα, και ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Ευσεβέστατος, διακρίθηκε συγχρόνως και για τη θεολογική και φιλοσοφική παιδεία του. Έκανε διδάσκαλος του Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά και σε πολλούς άλλους μετέδωσε τα νάματα της νηπτικής φιλοσοφίας. Πήγε οτο Άγιο Όρος και διάλεξε σκήτη κοντά στη Μονή της Λαύρας. Η σκήτη αυτή, δεν άργησε να αναδειχθεί κοινό εντευκτήριο των ευσεβέστερων ψυχών. Ο Γρηγόριος πρόθυμα έλυνε απορίες, μετέδιδε γνώσεις, φώτιζε διάνοιες και στήριζε τους κλονιζόμενους, δίνοντας σ’ αυτούς πολύτιμες οδηγίες, για να μένουν σταθεροί στην πίστη και ν’ αγιάζουν τις καρδιές τους. Ο θάνατος τον βρήκε ν’ ασχολείται μ’ αυτά τα θεάρεστα έργα το 1310 μ.Χ. Συνεορτάζει μετά των λοιπών Αγιορειτών Πατέρων την Β’ Κυριακή του Ματθαίου, αναφερόμενος στο β’ τροπάριο της γ’ Ωδής του Κανόνος της κοινής αυτών Ακολουθίας.
  • Άγιος Γεννάδιος ο Διονυσιάτης ο Νεομάρτυς και Οσιομάρτυς.
Ο Άγιος Γεννάδιος ήταν μοναχός στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Με προτροπή λοιπόν του ηγουμένου της Μονής, πήγε στην Κωνσταντινούπολη σαν συνοδός των Βονιφατίου και Ευδόκιμου, που βάδιζαν προς το μαρτύριο. Αυτοί όμως, δείλιασαν μπροστά στα βασανιστήρια, απαρνήθηκαν τον Χριστό και κατάγγειλαν σαν αίτιο της πορείας τους προς το μαρτύριο τον Γεννάδιο. Τότε οι Τούρκοι συνέλαβαν το Γεννάδιο, τον φυλάκισαν και ποικιλότροπος τον βασάνισαν. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του και αποκεφαλίστηκε στίς 6 Απριλίου 1818 μ.Χ. Τμήμα των λειψάνων του οσιομάρτυρα, βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου ο Άγιος ασκήθηκε στις αρετές και την πίστη.
  • Άγιοι Τιμόθεος και Διογένης οι Μάρτυρες.
Οι Άγιοι Μάρτυρες Τιμόθεος και Διογένης μαρτύρησαν στη Μακεδονία, πιθανώς το έτος 345 μ.Χ., θανατούμενοι από αιρετικούς Αρειανούς.
  • Άγιος Τερβίλλιος ο πρίγκιπας. 
Ο Άγιος Τερβίλλιος γεννήθηκε το έτος 566 μ.Χ. στην Ουαλία και ήταν υιός του βασιλέως Ιωήλ του Β’. Ακολούθησε τον ερημικό βίο στην περιοχή του Λάντερφελ και κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 660 μ.Χ.
  • Άγιος Αφφίωνος Επίσκοπος Νόβγκοροντ. 
Ο Άγιος Αφφίωνος γεννήθηκε στη Ρωσία και ήταν ηγούμενος στη μονή των Αγίων Βόριδος και Γκλεμπ της περιοχής Περεγιασλάβ – Ζαλέσκιυ. Το έτος 1635 μ.Χ. εξελέγη Μητροπολίτης Νόβγκοροντ, αλλά εξαιτίας του γήρατος και μιας ασθένειας, το 1649 μ.Χ., άφησε την επισκοπική έδρα και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι Τσουτύνσκιυ. Ο Άγιος κοιμήθηκε το έτος 1652 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στο προαύλιο του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας. Επάνω στον τάφο του ετελείτο η Ακολουθία των κεκοιμημένων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου